καταισχύνομαι

καταισχύνομαι
καταισχύ̱νομαι , καταισχύνω
dishonour
aor subj mid 1st sg (epic)
καταισχύ̱νομαι , καταισχύνω
dishonour
pres ind mp 1st sg
καταισχύ̱νομαι , καταισχύνω
dishonour
aor subj mid 1st sg (epic)
καταισχύ̱νομαι , καταισχύνω
dishonour
pres ind mp 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • καταισχυμμή — καταισχυμμή, ἡ (Μ) ντροπή, καταισχύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναύξητο τ. καταισχυμμένος αντί κατῃσχυμμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού καταισχύνομαι ή < καταισχυμμός με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • καταισχυμμός — καταισχυμμός, ὁ (AM) [καταισχύνομαι] ονειδισμός, ντροπή …   Dictionary of Greek

  • καταισχύνω — (AM καταισχύνω) 1. ατιμάζω, ντροπιάζω («οὐ καταισχυνῶ ὅπλα τὰ ἱερά») 2. κάνω κάποιον να αισθανθεί μεγάλη ντροπή, τόν καταντροπιάζω, τόν ρεζιλεύω μσν. αρχ. μέσ. καταισχύνομαι αισθάνομαι ντροπή μπροστά σε κάποιον, ντρέπομαι αρχ. (με απρμφ.)… …   Dictionary of Greek

  • καταρρυπώ — καταρρυπῶ, όω (AM Μ και καταρρυπώνω) καταρρυπαίνω*. μσν. 1. καταισχύνομαι 2. κηλιδώνω αρχ. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κατερρυπωμένος, η, ον εγκαταλελειμμένος, έρημος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ῥυπῶ (< ῥύπος)] …   Dictionary of Greek

  • κατησχυσμένα — (Μ) επίρρ. ντροπιασμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παρακμ. κατησχυσμένος αντί κατησχυμμένος τού ρ. καταισχύνομαι] …   Dictionary of Greek

  • μυριοκατησχυμένος — μυριοκατησχυμένος, η, ον (Μ) υπερβολικά ντροπιασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + κατῃσχυσμένος, μτχ. παρακμ. τού καταισχύνομαι] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταισχύνομαι — Α [καταισχύνομαι] αισχύνομαι μαζί με κάποιον …   Dictionary of Greek

  • ԱՄԱՉԵՄ — (եցի.) NBH 1 0052 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 10c, 11c, 12c չ. αἱσχύνομαι, καταισχύνομαι, ἑντρέπομαι pudefio, erubeso, perturbor Ամօթ կրել. զամօթի հարկանիլ. պատկառիլ. շառագունիլ. խռովիլ. ամըչնալ, խպնիլ, կարմրիլ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԱՄՕԹ — (ոյ, ով, ամօթս, զամօթս.) NBH 1 0077 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c գ. αἱσχύνη, ἑντροπή pudor, verecundia Կիրք ամաչելոյ. (որպէս յաղաչելոյ՝ աղօթք, յարածելոյ՝ արօտ.) շառագունութիւն դիմաց.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”