καταισχυμμή — καταισχυμμή, ἡ (Μ) ντροπή, καταισχύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναύξητο τ. καταισχυμμένος αντί κατῃσχυμμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού καταισχύνομαι ή < καταισχυμμός με αλλαγή γένους] … Dictionary of Greek
καταισχυμμός — καταισχυμμός, ὁ (AM) [καταισχύνομαι] ονειδισμός, ντροπή … Dictionary of Greek
καταισχύνω — (AM καταισχύνω) 1. ατιμάζω, ντροπιάζω («οὐ καταισχυνῶ ὅπλα τὰ ἱερά») 2. κάνω κάποιον να αισθανθεί μεγάλη ντροπή, τόν καταντροπιάζω, τόν ρεζιλεύω μσν. αρχ. μέσ. καταισχύνομαι αισθάνομαι ντροπή μπροστά σε κάποιον, ντρέπομαι αρχ. (με απρμφ.)… … Dictionary of Greek
καταρρυπώ — καταρρυπῶ, όω (AM Μ και καταρρυπώνω) καταρρυπαίνω*. μσν. 1. καταισχύνομαι 2. κηλιδώνω αρχ. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κατερρυπωμένος, η, ον εγκαταλελειμμένος, έρημος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ῥυπῶ (< ῥύπος)] … Dictionary of Greek
κατησχυσμένα — (Μ) επίρρ. ντροπιασμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παρακμ. κατησχυσμένος αντί κατησχυμμένος τού ρ. καταισχύνομαι] … Dictionary of Greek
μυριοκατησχυμένος — μυριοκατησχυμένος, η, ον (Μ) υπερβολικά ντροπιασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + κατῃσχυσμένος, μτχ. παρακμ. τού καταισχύνομαι] … Dictionary of Greek
συγκαταισχύνομαι — Α [καταισχύνομαι] αισχύνομαι μαζί με κάποιον … Dictionary of Greek
ԱՄԱՉԵՄ — (եցի.) NBH 1 0052 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 10c, 11c, 12c չ. αἱσχύνομαι, καταισχύνομαι, ἑντρέπομαι pudefio, erubeso, perturbor Ամօթ կրել. զամօթի հարկանիլ. պատկառիլ. շառագունիլ. խռովիլ. ամըչնալ, խպնիլ, կարմրիլ … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)
ԱՄՕԹ — (ոյ, ով, ամօթս, զամօթս.) NBH 1 0077 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c գ. αἱσχύνη, ἑντροπή pudor, verecundia Կիրք ամաչելոյ. (որպէս յաղաչելոյ՝ աղօթք, յարածելոյ՝ արօտ.) շառագունութիւն դիմաց.… … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)